H συνέχεια στον blogger:)

Συνεχίζουμε στο παλιό blog.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Μπαμπά γιατί με χτύπησε;

Στη φωτογραφία βλέπουμε έναν πατέρα με το τρομαγμένο κοριτσάκι του στην αγκαλιά, αντιμέτωπους με τα ΜΑΤ. Σαφές το μήνυμα: ανυπεράσπιστος βιοπαλαιστής οικογενειάρχης απέναντι στην αστυνομική κτηνωδία, που βγήκε να διαμαρτυρηθεί για τα σκληρά κυβερνητικά μέτρα και βρέθηκε αντιμέτωπος με την ωμή κρατική καταστολή. Αν όμως το ψάξεις το πράγμα λίγο, αν πάρουμε δηλαδή τα πράγματα απ’ την αρχή – αν λέω, διότι στην Ελλάδα προτιμούμε να τα παίρνουμε απ’ το… τέλος προς την αρχή – θα μάθουμε, από το δημοσίευμα της Ελευθεροτυπίας κάτω από τη φωτογραφία του κοριτσιού, ότι: ‘ο πατέρας της, ο Ηλίας Βρεττάκος, μπορεί να είναι αντιπρόεδρος της ΑΔΕΔΥ, όμως στο Σύνταγμα την Κυριακή βρέθηκε χωρίς τη συνδικαλιστική του ιδιότητα. «Ηρθαμε οικογενειακά». Αφορμή για την αναίτια επίθεση που δέχτηκαν ήταν «απλά ότι βρισκόμασταν εκεί», όπως καταγγέλλουν και τα μέλη του κινήματος «Δεν Πληρώνω» που διοργάνωναν τη συγκέντρωση διαμαρτυρίας.’

Ο αντιπρόεδρος της ΑΔΕΔΥ δηλαδή κατέβηκε την Κυριακή οικογενειακά με τη γυναίκα του και τα παιδιά του στο Σύνταγμα. Άφησε τη συνδικαλιστική του ταυτότητα στο σπίτι (Κυριακή άλλωστε), για να διεκδικήσει το δικαίωμά του, παρότι δημόσιος υπάλληλος, αμειβόμενος δηλαδή από το ελληνικό κράτος, να μην πληρώνει διόδια, φόρους και άλλα τέτοια ‘χαράτσια’ στο ίδιο αυτό κράτος που τον πληρώνει. Και που την ίδια στιγμή, όλως συμπτωματικώς, καταρρέει οικονομικά. Κατέβηκε δηλαδή αυτός ο άνθρωπος στο Σύνταγμα για να διεκδικήσει το δικαίωμά του να συμμετάσχει στην κατάρρευση του κράτους-εργοδότη του μη πληρώνοντας φόρους και διόδια. Ενώ πριν λίγες μέρες, ως αντιπρόεδρος της ΑΔΕΔΥ, μπορεί να διαμαρτυρόταν για τις μειώσεις μισθών, τις απολύσεις, τις ‘εφεδρείες’ που επιβάλλει στον ίδιο και στους συναδέλφους του δημοσίους υπαλλήλους το ίδιο κράτος, που αδυνατεί να συλλέξει φόρους και διόδια προκειμένου να μπορεί να τους πληρώνει ως εργαζόμενούς του. 

Σαν να λέμε με το ένα χέρι και ως αντιπρόεδρος της ΑΔΕΔΥ διαμαρτύρομαι που το κράτος δεν μπορεί πλέον να με συντηρήσει ως εργαζόμενό του ως όφειλε και με το άλλο, ως πατέρας με το κοριτσάκι του αγκαλιά μπροστά στα ΜΑΤ, έχοντας φροντίσει να αφήσω τη συνδικαλιστική μου ιδιότητα σπίτι, αρνούμαι να του πληρώσω τους αναλογούντες σε εμένα και την οικογένειά μου φόρους. Και, στη ‘διαμαρτυρία’ αυτή, παίρνω μαζί μου, προφανώς για ένα μάθημα αγωγής του πολίτη που ‘δεν πληρώνει’ παρότι πληρώνεται από το κράτος ο ίδιος, και την κόρη μου. Τα συμπεράσματα, δικά σας. Το δικό μου; Εκεί που τελειώνει η λογική, αρχίζει η Ελλάδα.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Παναγιώτης, Ελένη, Ιάσονας

Παναγιώτης, ένας γνωστός

Δημόσιος υπάλληλος στο λεγόμενο ‘στενό’ (και άρα ασφαλές από τους δυνατούς ανέμους της κρίσης, των απολύσεων, της ‘εφεδρείας’) δημόσιο, όπως και η γυναίκα του. Πρόσφατα έγινε και πατέρας. Και τον απασχολεί, που με τις αυξημένες του οικογενειακές υποχρεώσεις, θα χάσει το τένις. Ναι, συνήθιζε να παίζει τένις κάπου κοντά στο ωραίο σπίτι που μένει, αλλά τώρα θα δυσκολευτεί πολύ να βρει χρόνο για αυτό το ευγενές άθλημα. Κάτι που του ήρθε πραγματικά σαν χαριστική βολή, διότι τελευταία είχαν, μυστηριωδώς, εξαφανιστεί και οι συμπαίκτες. Η κρίση; Όσες φορές κι αν τον δεις, δεν θα σου μιλήσει γι’ αυτή. Δεν τον απασχολεί. Θεωρεί ότι δεν τον ‘ακουμπά’, δεν τον αφορά. Αφορά κάποιους άλλους, πιθανώς αυτούς που έχουν μείνει χωρίς δουλειά ή κάποιους που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα για τρεις κι εξήντα και κινδυνεύουν, από τη μια μέρα στην άλλη, να βρεθούν στο δρόμο. Αυτός όμως έχει μια δική του, περιχαρακωμένη ζωή, στην οποία δεν επιτρέπεται να εισβάλουν άσχημα μαντάτα. Μπορούν μόνο να εισβάλουν, από καιρό σε καιρό, δυσάρεστες πεθερές, ενοχλητικοί γείτονες, βαρετές ταινίες στην τηλεόραση, κάποιο φασαριόζικο μηχανάκι που θα περάσει μέσα στη νύχτα. Και βεβαίως η απώλεια του τένις.

Ελένη, η γειτόνισσα

Αμόρφωτη, χαμηλής συναισθηματικής και κοινωνικής νοημοσύνης, αλλά πλήρως εξοπλισμένη για να κολυμπάει άνετα, με απλωτές, στην ελληνική πραγματικότητα. Ο πατέρας της έφυγε για μερικά χρόνια στη Γερμανία, έκανε εκεί λίγα λεφτά και αφού της αγόρασε ένα διαμέρισμα βρήκε κι έναν τρόπο να τη χώσει κάπου σαν συμβασιούχο. Πρόσφατα έγινε και μητέρα, δις μάλιστα, αλλά τα παιδιά της τα μεγαλώνει η μάνα της. Ο σύζυγος σε μια δουλίτσα απ’ αυτές που υπάρχουν ίσα ίσα για να σε κρατάνε στην επιφάνεια, μεγαλώνει μαζί με την πεθερά τα παιδιά. Η κρίση λαμβάνει χώρα κάπου έξω, μακριά απ’ τον μικρόκοσμό τους. Αυτό που τους απασχολεί, το δικαστήριο που σε λίγο καιρό θα γίνει για να ξαναπροσληφθεί η Ελένη στη δουλίτσα της, από την οποία, με τη λήξη της σύμβασής της, τόσο άδικα και σκληρά διώχτηκε. Μέχρι τότε ας είναι καλά η μάνα κι ο πατέρας που της μεγαλώνουν τα παιδιά, ο άντρας της που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του ρόλου του – σύζυγος που αποκτήθηκε με αντιπαροχή ένα διαμέρισμα και ζεστό φαγητό από την ακούραστη πεθερά, που κάνει και το μαγείρεμα – χωρίς παρατράγουδα. Ας είναι καλά και οι γειτόνισσες, πρόθυμες με το πρωινό καφεδάκι να συζητήσουν για τα φλέγοντα: πόσα ζήτησε ο Παπαδάκης για το πρωινό στον ΑΝΤ1, πόσα αντίστοιχα ο Αυτιάς, καλέ η Μενεγάκη είναι αυτή;  

Ιάσονας, ένας παιδικός φίλος

Με τον Ιάσονα είχαμε χαθεί για χρόνια. Με το που ξαναβρεθήκαμε, περιχαρής μιλούσε για τη νέα δουλειά, που βρήκε μέσω μιας φίλης της φίλης του. Πολύ καλά λεφτά, καλύτερα από την προηγούμενη, που κι αυτή την είχε βρει μέσω ενός φίλου. Η κρίση, δεν του λέει τίποτα. Πάντα θεωρούσε τους Έλληνες αχαΐρευτους, τεμπέληδες. Ενώ ο ίδιος δούλευε σκληρά, βγάζοντας ασπροπρόσωπους τους φίλους ή τις φίλες που τον εξυπηρετούσαν. Σαρανταρίζει ο Ιάσονας, αλλά δε θέλει να παντρευτεί, ούτε να κάνει παιδιά. Έχει την περιουσία του, κάνει τις εκδρομές του, φοράει τα ωραία του μοδάτα ρούχα, κάνει τη γυμναστικούλα του και δεν τον πολυαπασχολεί η χώρα. Άλλωστε αυτός είναι παγκοσμιοποιημένος, πολυπολιτισμικός τύπος. Να, τις προάλλες πήγαν ταξιδάκι με την κολλητούλα στην Ολλανδία. Ωραία ήταν. Κάποιος φαρμακερός τύπος μπορεί να τον έλεγε ευζωιστή, ότι κοιτάει μονάχα την καλοπέρασή του, τον εαυτούλη του. Ο ίδιος όμως το βλέπει, το πράγμα, ιδεολογικά. Είναι ιδεολόγος, αγνός ιδεολόγος. Ζούμε ο καθένας για πάρτη μας, η ζωή, τι να κάνουμε, είναι άδικη, βολέψου, γυμνάσου, φάε, ταξίδεψε, βγάλε λεφτά κι άσε τους άλλους στην κρίση τους.

ΥΓ: Τα ονόματα δικά μου, τα πρόσωπα κάπου εκεί έξω…

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Μεταδημότευση

Σήμερα πήγαμε με τη γυναίκα μου και κάναμε μια μεταδημότευση στον Δήμο που μένουμε. Και επειδή πολλά ακούγονται για τις Λερναίες Ύδρες της γραφειοκρατίας που ταλαιπωρούν κόσμο και κοσμάκη ιδίως για τέτοια πράγματα, θεώρησα καλό να διηγηθώ τη σημερινή εμπειρία. Η όλη διαδικασία δεν κράτησε πάνω από δέκα λεπτά. Πήραμε, πριν πάμε, ένα τηλέφωνο να ρωτήσουμε τι χρειάζεται, μας είπαν ένας λογαριασμός ή ό, τι άλλο που να αποδεικνύει ότι μένουμε εκεί που μένουμε τα τελευταία δυο τουλάχιστον χρόνια. Και, με αυτό στο χέρι, πήγαμε στο Δήμο. Εκεί βρήκαμε μια ευγενέστατη υπάλληλο που μας έδωσε να συμπληρώσουμε από μια πολύ απλή αίτηση. Στη συνέχεια μας έστειλε να πάρουμε αριθμό πρωτοκόλλου και γνήσιο υπογραφής από δυο συναδέλφους της, επίσης ευγενέστατους και, επιστρέφοντάς της τις αιτήσεις πρωτοκολλημένες και γνήσιες στις υπογραφές τους, η δουλειά είχε γίνει. Η οποία δουλειά, όπως έλεγα, δεν κράτησε πάνω από δέκα λεπτά. Τα λέω αυτά διότι έχω δει ότι όπως και στις ειδήσεις της τηλεόρασης έτσι και στα blogs υπάρχει μια χαρακτηριστική θα έλεγα τάση να εξιστορούνται μόνο εμπειρίες με αγενείς, αδιάφορους δημοσίους υπαλλήλους που κρυφοκαπνίζουν πίσω από γκισέ, ατελείωτες ώρες χαμένες σε ουρές, περιττές χαρτούρες και σφραγίδες, γκρίνιες, ιδρώτα και απόγνωση. Ε, λοιπόν, απ’ ό, τι φαίνεται δεν υπάρχουν μόνο αυτά. Κάποια πράγματα στην Ελλάδα άλλαξαν και αλλάζουν. Προς το καλύτερο, όπερ σημαίνει προς το πιο χαμογελαστό, το λιγότερο χρονοβόρο, το πιο απλουστευμένο, το λιγότερο εκνευριστικό. Ιδίως όταν πας να κάνεις μια μεταδημότευση και περιμένεις, από όσα ενδεχομένως έχεις ακούσει ή φαντάζεσαι – δυσάρεστες, τραγελαφικές εμπειρίες χαμένων ωρών στις αγκάλες του απελπιστικού ελληνικού κράτους -, να ταλαιπωρηθείς, να εκνευριστείς, να ζοριστείς, να βλαστημήσεις, να τσακωθείς. Αλλά, αντ’ αυτών, πας στη φωλιά του γραφειοκρατικού λύκου με πόδια και χέρια τρεμάμενα σαν αμνοερίφιο προς σφαγή και, μέσα σε δέκα λεπτά γεμάτα χαμόγελα, έχεις κάνει τη δουλειά σου. Και εις ανώτερα.🙂

Posted in Uncategorized | 4 σχόλια

Μαρία, Δανάη, Αγγελική

Μαρία, η κόρη της οδοντιάτρου

Πήγε για μεταπτυχιακά στην Αγγλία και ύστερα βρέθηκε στις Βρυξέλλες, για μια πρακτική εξάμηνης διάρκειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για περίπου 600 θέσεις, ήταν υποψήφιοι 450.000, πολλοί νέοι και νέες στην ηλικία της, δηλαδή γύρω στα 25. Η Μαρία τα κατάφερε, πήρε μια θέση με πολλή προσπάθεια και βασισμένη στο πολύ καλό της βιογραφικό. Βέβαια η άσκηση διαρκεί έξι μόλις μήνες. Μετά; Σκέφτεται να επιστρέψει στην Ελλάδα; Όχι. Άλλωστε στις Βρυξέλλες δε νιώθει μόνη: περπατάς και στους δρόμους ακούς ελληνικά, βρήκε μέχρι και γνωστούς από τη Θεσσαλονίκη, πόλη απ’ την οποία προέρχεται. Μια μικρή Ελλάδα αυτές οι Βρυξέλλες, βουίζει από νέα κορίτσια και αγόρια που ο δρόμος του εξωτερικού έγινε γι’ αυτά μονόδρομος. Προσωρινά, ίσως. Αλλά, πολλές φορές, ουδέν μονιμότερον του προσωρινού. Περνάνε και γρήγορα τα άτιμα τα χρόνια.

Δανάη, η αδελφή του δάσκαλου οδήγησης

Η Δανάη, γύρω στα 25 κι αυτή, τελείωσε μια σχολή στην Ελλάδα και ύστερα πήγε και σε ένα ΙΕΚ για κάτι άλλο που της άρεσε. Θέλει, ψάχνει με κάθε τρόπο να φύγει για ένα μεταπτυχιακό στην Αγγλία. Και όχι μόνο ψάχνει πώς να φύγει, αλλά δεν θέλει και να ξαναγυρίσει πίσω. Διηγείται ιστορίες για συμφοιτήτριές της, που παρότι δεν είχαν τα τόσα προσόντα βολεύτηκαν μέσω θειάδων ή άλλων καλοθελητών σε διάφορες εργασιακές ‘τρύπες’. ‘Τρύπες’ πολυτελείας όμως, με καλές απολαβές και έχοντας γλυτώσει μια για πάντα από το φάντασμα που λέγεται ανεργία. Η Δανάη προσπαθεί να πάρει από την Αγγλία μια υποτροφία, που θα της επιτρέψει να κάνει ένα ξεκίνημα. Και άπαξ και τα καταφέρει να φύγει, βλέπεις στα μάτια της ότι τίποτα δεν θα τη σταματήσει. Είναι έτοιμη να προσπαθήσει πολύ, γιατί ξέρει ότι τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα. Αλλά τουλάχιστο θα βρεθεί κάπου που θα αξίζει να προσπαθήσει, να παλέψει, σε ένα παιχνίδι ανταγωνισμού με συνομήλικούς της, που δε θα είναι στημένο. Ανυπομονεί.

Αγγελική, η κόρη της οικογενειακής φίλης

Παρότι και οι δυο γονείς της επιστήμονες, σε επαγγέλματα που θεωρούνται προνομιούχα, δεν τα βρήκε εύκολα μετά το πανεπιστήμιο. Διότι ήταν και τύποι ακέραιοι, που δεν εκμεταλλεύτηκαν το επάγγελμά τους για να ‘βολέψουν’ παιδιά ή ενδεχομένως και εγγόνια. Άνθρωποι, δηλαδή, απ’αυτές τις εξαιρέσεις, τις χαρακτηριστικές. Η Αγγελική, παρότι έχει καιρό που επέστρεψε στην Ελλάδα με ένα μεταπτυχιακό από την Αγγλία, δουλεύει σαν μερικής απασχόλησης υπάλληλος σε τουριστικά γραφεία, αν και όποτε το βρει. Και δεν ξέρει πλέον τι να κάνει, όταν κάθεται – και κάθεται συχνά – να το σκεφτεί: να ξαναγυρίσει στην Αγγλία; Να συμφιλιωθεί με την ιδέα μιας επαγγελματικής ζωής πεταμένης στον γκρεμό; Οι γονείς δεν ξέρουν τι να της πουν, μόνο όσο μπορούν βοηθάνε. Αλλά δεν της φτάνει.

ΥΓ: Τα ονόματα δικά μου, τα πρόσωπα υπαρκτά…

Posted in Uncategorized | 6 σχόλια

Κοινωνία πολιτών ή κοινωνία πελατών;

Η αδιέξοδη κατάσταση στην οποία κατά γενική ομολογία βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα απαιτεί όσο ποτέ στο παρελθόν να γίνουν ρωμαλέες μεταρρυθμίσεις στην λειτουργία του κράτους, της οικονομίας, της αγοράς εργασίας, των πολιτικών κομμάτων. Αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που θα τη βοηθήσουν να ξεπεράσει αγκυλώσεις που την κρατάνε ανεξέλικτη. Αυτές οι αλλαγές και μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να επιβληθούν από το ΔΝΤ, την ΕΕ ή άλλους συγκυριακούς τοποτηρητές. Ούτε και να προωθηθούν τυφλά από κυβερνήσεις. Απαιτούν στοχευμένη, συγκροτημένη δράση ‘εκ των έσω’, από τους ίδιους τους πολίτες της χώρας, οργανωμένους σε εθελοντικές οργανώσεις, ΜΚΟ ή άλλες μορφές συλλογικής σκέψης και δράσης.

Δυστυχώς όμως στην Ελλάδα ποτέ δεν συγκροτήθηκε μια αξιοπρεπής κοινωνία πολιτών: μια κοινωνία δηλαδή απαρτιζόμενη από συνειδητοποιημένους πολίτες, που να μπορούν να σταθούν απέναντι τόσο στο κράτος όσο και στην αγορά, θέτοντας τις δικές τους προτεραιότητες, προβάλλοντας τις δικές τους ανάγκες, ως πολίτες. Αντ’ αυτής, οι ψηφοφόροι των δυο κυρίως μεγάλων κομμάτων – και όχι μόνο – συγκρότησαν, μεταπολιτευτικά, μια κοινωνία πελατών: πελατών των δυο κομμάτων εξουσίας για ‘διευκολύνσεις’ ή ‘εξυπηρετήσεις’, πελατών του ίδιου του κράτους για επιδοτήσεις, επιδόματα, χρηματοδοτήσεις, πελατών της αγοράς μαζικών καταναλωτικών αγαθών για να επιδοθούν, ελλείψει άλλων ενδιαφερόντων και προτεραιοτήτων, σε εμμονική επιδεικτική κατανάλωση.

Αυτό το πελατειακό τρίπτυχο σφράγισε, πολιτικά, κοινωνικά, πολιτιστικά, την μεταπολίτευση, καταδικάζοντας τους πολίτες της χώρας να διαβιούν σε μια χαρακτηριστικά αβαθή, ασυνάρτητη κοινωνική πραγματικότητα, έρμαιο των συγκυριών – και των συντεχνιών. Μια τέτοια κοινωνία όχι πολιτών αλλά πελατών, που αδυνατεί να διαμορφώσει ρεύματα, τάσεις, αιτήματα μεταρρυθμίσεων, ώστε να υποχρεώσει πολιτικούς και κόμματα να κινηθούν μαζί της προς άλλες κατευθύνσεις από αυτές που το κράτος και η αγορά επιβάλλουν, μοιραία βουλιάζει. Ή εκφυλίζεται σε ένα συνοθύλευμα μικροσυμφερόντων, που αναπόφευκτα αναδύονται, αναλαμβάνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο σε ‘αγώνες’ μεμονωμένους, ιδιοτελείς, εν τέλει αντικοινωνικούς. Μπορεί αυτή η κοινωνία, που ποτέ δεν έγινε πολιτών, αλλά προτίμησε την εύκολη λύση των πελατειακών σχέσεων, να διασωθεί από το οικειοθελές ναυάγιο στο οποίο οδηγήθηκε από τις ίδιες της τις επιλογές;

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε